|
(
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
)
Ζούμε σε μια μοναδικής ιστορίας χώρα, ζούμε σε μια μοναδικής ομορφιάς χώρα, ζούμε σε μιας μοναδικής ψυχής χώρα. Και την κοπρίζουμε.
Οδηγούμε σε μια χώρα όπου η Φύση οργιάζει και οργάζεται 365 μέρες τον χρόνο, αναπνέουμε έναν αέρα βουνίσιο και πελαγίσιο συνάμα που περιέχει ασύλληπτες ποσότητες δύναμης και αμέτρητες ιδιότητες ενέργειας και κοιμόμαστε σ’ ένα χώμα όπου έχουν κατακλιθεί, αναπαυθεί και περάσει στο άπειρο διάσημοι άνθρωποι και θεοί ανεπανάληπτοι. Και την βιάζουμε.
Κυκλοφορούμε σε πόλεις αρχαίες, περπατάμε σε δρόμους που κάποτε λειτουργούσαν ως ναοί και όταν ξυπνάμε είναι αδύνατον να μην αντικρύζουμε τίποτε άλλο απ’ τον Παρθενώνα. Παρκάρουμε πάνω σε βυζαντινά νεκροταφεία, δένουμε τα σκάφη μας σε νεώρια μυθολογικά, χτίζουμε τις βίλλες μας σε δάση όπου Καρυάτιδες πλένουν ακόμη τις πληγές τού Καραϊσκάκη και πουλάμε νησιά όπου Νηρηίδες κολυμπάνε ακόμα τις μικρές αξημέρωτες ώρες. Και την ξεφτιλίζουμε.
(Άσχετο, όχι και τόσο.) Έβλεπα στο Youtube ένα φιλμάκι από μια συναυλία τής αγαπημένης μου Cyndi Lauper. Kαι τραγουδούσε η ώριμη κουκλάρα με την νεανικότατη φωνάρα το «Stay» τού Jackson Browne, εκείνο το χοροπηδηχτό, ρεγκάδικο-κουβάνικο, μπητάτο-ποπάτο τραγούδι των seventies και η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από ανόθευτη χαρά και καθαρόαιμη ευτυχία, αξεφλούδιστη κι ανεξέλεγκτη, με τα κουκούτσια και το κοτσάνι μαζί. Μια μεγάλη, σωστή και προβαρισμένη ορχήστρα πίσω της, με τέλεια ρύθμιση ήχου και σεβασμό σε κάθε νότα απ’ όπου κι αν προερχόταν αυτή και όλοι τους να στρώνουν για την καλλιτέχνιδα με αγάπη και σεβασμό, ένα σύνολο δεμένο όλο λακαρίσματα κελαρύσματα, καμμία γωνιά καμμία φαλτσιά καμμία παραφωνία.
Έχω πάει σε τόσες συναυλίες that I don’t care to remember πια. Από τα Λιόσια την δεκαετία τού ’70 που τραγουδούσε – πανηγυρτζής τότε – ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος, μέχρι τον Λυκαβηττό την δεκαετία τού ’90 που τραγουδούσε ο Peter Gabriel – το «Sledgehammer» – ώριμος πλέον. Από τα Κάτω Πατήσια που τραγουδούσε στο χειμερινό Stork η Μεγάλη Κυρία, Φωνή και Γυναίκα Ρίτα Σακελλαρίου μαζί με τον έτερο τεράστιο (τότε) Γιώργο Μαργαρίτη, μέχρι την δεκαετία τού ’80 στην Βοστώνη που τραγουδούσε – στο Berklee College of Music – ο B.B. King φορ δε μπράδερς όνλυ. Και ένα θα πω: η ποιότητα ξεχείλιζε απ’ τ’ αυτιά μου, η ποιότητα ξεχείλιζε απ’ τα λαρύγγια και τα όργανά τους, η ποιότητα ξεχείλιζε από μια ζωή – εκεί στο εξωτερικό και πολύ σπάνια-σπανιότατα-σχεδόν ποτέ εδώ στο εσωτερικό – μ’ έναν τρόπο απλά ανεπανάληπτο, απλά μοναδικό, που κανονικά θα έπρεπε να είχα πεθάνει αφού είχα ζήσει στιγμές τέτοιες.
Έχω οδηγήσει μοτοσυκλέττα στην εξαιρετικότατη άσφαλτο τής Μελβούρνης, έχω οδηγήσει Porsche Carrera 911 για έξι γύρους μόνος μου μέσα στην Monza, έχω οδηγήσει οκτάχρονος την ανοικτή Chevrolet Impala τού νονού μου στα Καμμένα Βούρλα. Έχω οδηγήσει Αθήνα-Γιάννενα-Αθήνα το RG 500 μου σε μια μέρα, έχω οδηγήσει αμέτρητες μοτοσυκλέττες για δοκιμή ανά όλους τούς ελληνικούς δρόμους και έχω οδηγήσει όλες τις υπόλοιπες επί χρόνια, στον ύπνο και τα όνειρά μου αλύπητα. Κι όμως μια λέξη έχει κολλήσει στο μυαλό μου και δεν λέει να φύγει ποτέ της: η ύβρις.

Γιατί αυτό αισθάνομαι κάθε φορά που θα νιώσω πόσο ΧΩΡΙΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑ είναι η ζωή μου, η ζωή σας, η ζωή μας στην Ελλάδα στην χώρα μας. (Και όχι μόνο σήμερα και τώρα, που ο μειλίχια-killer Παπαδήμος ανέλαβε να μας οδηγήσει σε ασφαλή υφαλισθμό όπου θα την κάτσουμε για τα καλά την βάρκα για τα επόμενα πενήντα χρονάκια τουλάχιστον, μέχρι οι ξένοι μας πιστωτές να ψωνίσουνε μπιρ-παρά-κυριολεκτικά ΤΑ ΠΑΝΤΑ σε τούτη την τόσο ευλογημένη και τόσο ηλίθια χώρα.) Πας να αγοράσεις τσιγάρα στο περίπτερο και η χοντρή και φρακαρισμένη, σπυριάρα και ζέχνουσα, πλάτινουμ και μπουκωμένη-πατατάκια περιπτερού σ’ τα πετάει στα μούτρα μαζί με τα ρέστα σου, πάντα λανθασμένα, πάντα λιγότερα, πάντα κλεμμένα. Πας στην Εφορία να πληρώσεις ένα από τα πολλά χαράτσια και ο ημικοιμισμένος από την αδιαφορία υπάλληλος, έχοντας μπερδέψει τα αμπέρδευτα στο κομπιούτερ του, σου ανακοινώνει ότι δεν σε βρίσκει εκεί μέσα, γιατί λέει ότι χωρίς ΑΦΜ εσύ δεν υπάρχεις. Πας σ’ ένα στουντιάκι φανερό και ηδονικό να ξαπλώσεις με ένα γυναικάκι αγοραστό, να χαρείς μπας κι απολαύσεις έρωτα πορνικό και εξωτικό και σου σκάει το βαλκάνι άλουστο κι άπλυτο, αμπιντεδιάριστο και βρωμώντας κρεμμύδι απ’ το σουβλάκι που έχει ακόμα στα δόντια, ξαπλώνει επιθετικά πάνω σου, χειρίζεται το δύστυχο πέος σου όπως ένας νταλικιέρης το λέιζερ κοπής διαμαντιών και σε ξεπετάει κλέβοντάς σου τα πάντα (κι όχι μόνο τα φράγκα).
Βγαίνεις σε έναν έρημο ελληνικό δρόμο να χαρείς μια Κυριακή το μοτοσυκλεττάκι σου μόνος σου κι άμα γυρίσεις ζωντανός, το προσφέρεις δωρεά στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών για ντελίβερυ κοινωνικής αλληλεγγύης. Βγαίνεις με την γυναίκα σου να πιείτε κάπου ένα ποτό και είναι τούτο τόσο μπόμπα, που αν δεν έχετε το τηλέφωνο τού εξαίρετου ΟΥΚά και E.O.D. specialist Κωνσταντίνου Μαντά, να σας το δώσω εγώ για εκρηκτικών εξουδετέρωση τότε. Βγαίνεις έξω απ’ το σπίτι σου να πας το παιδί σου στα Αγγλικά και σε κοιτάνε με μισό μάτι και εχθρικά κάτι μετανάστες, που ενώ δεν έχουνε ούτε καντήλι στην μοίρα τους (άσε δε ήλιο), επιθυμούν διακαώς να σου σβήσουνε το φως το δικό σου για πενήντα ευρώ.
Είναι ένας κοπρόγερας που μένει από πάνω μου κι έχει στην βεράντα του ΜΟΝΙΜΑ δύο κωλόσκυλα τα οποία ποτέ του δεν βγάζει εκτός οικίας, χέζουνε-κατουράνε αυτά μέσα στις δικές μου υδρορροές, γαυγίζουνε ολημέρα από φόβο και μοναξιά τα βαριόμοιρα και κανείς δεν τολμάει να του πει μια κουβέντα, (εγώ έχω δέκα χρόνια μαζί του άχρηστα δικαστήρια, επειδή ακριβώς δηλωμένος φιλόζωος είμαι). Είναι μία γκόμενα που μένει χρόνια απέναντι απ’ το σπίτι μου, είναι ωραία γυναίκα. Και κοιτάζει-αντιμετωπίζει-σιχτιρίζει το σύμπαν ολόκληρο μ’ έναν τέτοιον αφ’ υψηλού τρόπο και υπεράνω ματιά που λες κι η Cindy Crawford, η Naomi Campbell και η Christy Turlington τής πλένουν τα πόδια. Είναι ένα τσογλάνι στην γειτονιά που διαθέτει ένα ΧΤ, του έχει φορέσει εδώ και δυό χρόνια μια ξετάπωτη Arrow και περνώντας ιδιαίτερα απ’ το δικό μου στενό, γκαζώνει και σουζάρει αβέρτα, μοιράζει σπάταλα ντεσιμπέλ κοιτώντας ηλιθίως τριγύρω ως αυτοεπιβεβαιωμένος κρετίνος.
Ξέρω έναν μαλάκα που πλήρωσε τον καριόλη δημόσιο υπεύθυνο στην Βοιωτία και έχτισε πάνω σ’ αρχαία. Ξέρω έναν στυγνό ασελγό που χαϊδεύει την κορούλα του από τα πρώτα της χρόνια και γνωρίζω ακόμη μία γιαγιά που χαρτζιλικώνει το τριάντα-χρονών εγγονάκι της, αρκεί να της φέρνει τα ψώνια στο σπίτι και να της τρίβει τα γεμάτα φλεβίτη ποδάρια της τις χειμωνιάτικες νύχτες. Γιατί όπως λέω και στο ετοιμαζόμενο τέταρτο βιβλίο μου, «τα εγκλήματα που γίνονται σήμερα μέσα στα ελληνικά σπίτια δεν τα γράφει ο Ποινικός Κώδικας, δεν τα αναφέρει καν το Οικογενειακό δίκαιο, το Εκκλησιαστικό είναι βουτηγμένο στις off-shore του».
Όπου και να γυρίσω το πολύπαθα, εγχειρισμένα και γλαυκωματικά ματάκια μου, η Ελλάδα δεν με πληγώνει κύριε Σεφεριάδη μας νομπελίστα και πρεσβευτή, η Ελλάδα με σκοτώνει μωρέ και όχι σιγά-σιγά πλέον. Έχω ζήσει μερικά χρόνια στο εξωτερικό, και στην Αμερική και στην Γαλλία και στην Αγγλία, έχει φτάσει η χάρη μου στο Σίδνεϋ και το Χαρτούμ μα τέτοια ποινή και ξεφτίλα τέλεια, τέτοιον πόνο και τέλος αλλού τέτοιο δεν έχω γνωρίσει. Μπαίνεις σε παρισινή boulangerie και η γραία γαλλίδα είναι τόσο περιποιημένη, όσο οι δικές μας κωλόγριες προτού μπούνε στον τάφο. (Τότε ντύνονται οι κουφάλες, μπας και γοητεύσουν τον Χάροντα και δεν τις πετάξει τροφή των Σειρήνων στο πρόντο.) Μπαίνεις σε σουηδέζικο fast-food και η δεκαεξάχρονη κουκλίτσα που παίρνει την παραγγελία σου είναι όχι μόνο να την πιείς στο ποτήρι, είναι όχι μόνο να την παντρευτείς αμέσως από την ευγένεια και το χαμόγελο, την θηλυκότητα και την καθαριότητα, μα σου κάθεται το τεφλόν χάμπουργκερ στον λαιμό πιο γρήγορα κι από κόντρα μεταξύ VMax, Hayabusa και Diavel. Μπαίνεις σε αμερικάνικο strip-teasάδικο και κοντεύεις να βάλεις ρουλεμάν στο δικό σου το σβέρκο – δεν ξέρεις καταπού πρωτίστως να κοιτάξεις και να θαυμάσεις, πόσα χέρια να βγάλεις απ’ τον κορμό για να θωπεύσεις λατρευτικά εκείνα τα λαστιχένια και αλαβάστρινα κορμιά που αποπνέουν προκλητικότητα και υγιή τσαχπινιά, υποσχέσεις θηλυκής πλάκας και χνώτα εκ νότου αλκοόλ. (Να συνεχίσω;)

Εισέρχεσαι στο κατάστημα τού Valentino στην via dei Condotti στην Ρώμη να αγοράσεις μία γραβάττα και ο πωλητής σε εξυπηρετεί, λες και είσαι ο Σουλτάνος τού Μπρουνέι. Πηγαίνεις στο κοσμηματοπωλείο τού Bucherer στην Λωζάννη για να διορθώσεις το Sea Dweller Rolex σου και ο κύριος κοστουμαρισμένος διευθυντής το παίρνει ο ίδιος να το μεταφέρει στους τεχνικούς για να το επιμεληθούνε. Γράφεις ένα απλό και φοιτητικό γράμμα θαυμασμού σε τρανό νεοϋορκέζικο εκδοτικό οίκο για τον αγαπημένο σου ξένον συγγραφέα και σου απαντά προσωπικώς και ιδιοχείρως η υπεύθυνη editor και εξ αποστάσεως σού χαρίζει τα δικαιώματα μετάφρασης τού έργου εκείνου επειδή διείδε και εξετίμησε την αγάπη, την φλόγα και το πάθος σου. Γράφεις ένα ολόθερμο ερωτικό γράμμα σε μια παλιά σου Ολλανδέζα αγάπη που ξαφνικά την θυμήθηκες και την πεθύμησες και σε μερικές ώρες χτυπάει το κουδούνι τού σπιτιού σου και είναι η Helga καλύτερη από ποτέ, πιο ζουμερή από ποτέ και πιο έτοιμη από όσο εσύ θα μπορέσεις ποτέ να υπάρξεις.
Και κανείς από όλους αυτούς τους υποθετικούς και αληθινούς, πραγματικούς και φανταστικούς ήρωες τού κειμένου που γράφω τίποτα δεν ζητά, δεν ζήτησε ΤΙΠΟΤΑ. Δεν έβαλε την λέξη «αντάλλαγμα» μπροστά και μεταξύ σας ούτε για ένα λεπτό, δεν σκέφτηκε ΝΑ ΑΝΤΑΛΛΑΞΕΙ τίποτα με τα άπαντα, να πάρει επειδή κάτι έδωσε, να δώσει κάτι για να πάρει τα πάντα. Έτσι. Σ’ εκείνους τους άλλους κόσμους τούς ξένους εξωτικούς δεν είναι όλα τέλεια, μα τα πράγματα – ΟΛΑ – είναι αυτό που είναι και δεν είναι τίποτε άλλο. Ο φονιάς είναι φονιάς και όχι χτυπιάς με ΙΚΑ, ο πατέρας σε σπρώχνει μαλακά μετά τα δεκαοχτώ σου να βγεις στην πιάτσα και δεν σε κρατά εφ’ όρου ζωής στο μπακάλικο ή στην πρωθυπουργία και η γκόμενά σου σε αγαπά επειδή τον έχεις τριάντα πόντους και τον χειρίζεσαι σαν να ‘ταν δέκα και όχι επειδή έχεις λεφτά, διαμέρισμα, αμάξι ή απλώς μία γραφείου δουλειά. Στο εξωτερικό – και ιδιαίτερα στις αγγλοσαξωνικές χώρες – το όριο τού «this you can do and can get by, but this you don’t do or you’ll get seriously hurt» είναι ευκρινές κι ολοκάθαρο, αδιαπραγμάτευτο και πιστευτό, νόουμποντυ φακς γουίδ δις λω στον οποίο όλοι πιστεύουν και ακολουθούνε.
Τελειώνω γιατί έχω βουρκώσει απ’ τον πόνο, την λύσσα και το αδιέξοδο. Ζούμε σε μια υπέροχη χώρα (όσο και όσες λίγες είναι αυτές) και όμως έχουμε κάνει την ζωή μας τόσο δύσκολη, που ακόμη και οι δισεκατομμυριούχοι Έλληνες είναι δυσαρεστημένοι. Ζούμε σε μια πανέμορφη χώρα (όποιες και όσες έχουν μείνει αυτές) κι όμως έχουμε κάνει τα μούτρα μας και τις ψυχές μας τόσο άσχημες, που ακόμη και οι φτωχότεροι Έλληνες είναι εντελώς πικραμένοι. Ακόμη και οι μετανάστες έχουν αρχίσει και φεύγουνε, μας πήραν χαμπάρι τι σόι απαράδεκτοι άνθρωποι και τελειωμένοι μάλακες είμαστε, πόσο δεν αξίζουμε ούτε να μας κλέβουν να μας σκοτώνουν, πόσο παπάρες κενοί και μωροφιλόδοξοι, παραδόπιστοι και πονηρεμένα αφελείς, ανεύθυνοι, ανάρχιδοι και φαφλατάδες, μπασταρδεμένοι από την γέννα μας κι αφαλοκομμένοι ουδέποτε απ’ της μάνας μας την ποδίτσα – ε, σου λένε οι επήλυδες, στο Ρωμέικο χαΐρι δεν γίνεται και δεν πρόκειται ποτέ του να γίνει. Κι αν οι πένητες και πλάνητες ξένοι φεύγουν από την χώρα μας, εμείς πού πρέπει να πάμε; Κι αν οι φραγκάτοι συνταξιούχοι ξένοι έρχονται κι εγκαθίστανται στα δικά μας χωριά, εμείς πού και πώς πρέπει πλέον να ζήσουμε;
Στα μύχια τής ελληνικής μας ψυχής υπάρχουν μαζί η ομορφιά κι η κατάρα. Το μεγαλείο μας της φυλής είναι αμπαλαρισμένο με την δύναμη και με την δειλία, με την διχόνοια και με το φιλότιμο, την εξυπνάδα και την βλακεία. Αλυσοδεμένοι με τούτα τ’ αντίπολα παλεύουμε να ζήσουμε και να λυτρωθούμε κι όσο σπαστικά κι εγωιστικά δραστηριοποιούμαστε, τόσο πιο ταχέως στον πάτο βουτάμε. Έχοντας γίνει ξενόδουλοι κι αντικοινωνικοί, φιλοτομαριστές και μανιοκαταθλιπτικοί, τσαπατσούληδες και αδιάφοροι, έχουμε σβήσει και τις ελάχιστες αρετές που κάποτε ως έθνος κι ως άνθρωποι, ως πάστα και ως τραχανάς ήμασταν κι έχουμε μείνει παίγνιο κι άθυρμα στα τακούνια τού καθενός τραπεζίτη. Και πολιτικού. Μπάτσου κι αφεντικού, συνταξιούχας γριάς και μουλαροειδούς γέρου: τούτα ακριβώς είναι τα σημερινά προσωπεία μας, κι ας είμαστε όλοι από οκτώ μόλις χρονών έως ογδόντα.
Με τις υγείες μας.

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2012
Σχόλια 
Γράψε σχόλιο

|