|
(ntanisphotos@mrbike.gr)
Ήμουν στην διάβαση και περίμενα ν’ ανάψει το δικό μου φανάρι. Πεζός κι όρθιος, με τα χέρια μου στο παλτώ, τον σκούφο μου στο κεφάλι και το τσιγάρο αναμμένο στο στόμα. Κι από δεξιά, «σπάει» ξερά και στεγνά το STOP μία γκόμενα μέσα στο γαλλικούλι-κοκκινούλι-καμπριολούλι αυτοκινητάκι της και τον βλέπω ήδη εγώ τον ντελιβερά ξαπλωμένον κάτω απ’ το καλτσονάτο διαφορικό της. Φρενάρει τού πανικού ο τριτοκοσμικός, μπλοκάρουνε άπαντα, βροντάει τούτος χαμαί κι ενώ το ‘χει σώσει κάπως ο δύστυχος, ανοίγει κλαπέττο πιτσοκυτίου η quattro stagioni στην πλάτη του και χύνεται σπλασαριστά στην βρεγμένη άσφαλτο πάνω. Λα γκόμενα, ίσα που φρέναρε. Επί τόπου. Κι ανάβει μπροστά μου τ’ alarm, «γράφει» στα πανπεριποιημένα νυχάκια της όλη την κίνηση, κατεβαίνει κάτω, πηγαίνει πίσω και πλάι τού ζουζουνί της τουτού και αυστηρά πιο κι από Γερμανός ΚΤΕΟτζής, επιθεωρεί λαμαρίνες και πλαστικάντζες. Κι αφού τα βρίσκει άπαντα αγρατζούνιστα και τζιτζί, τότε γυρνά στον βροντημένο κι εμβρόντητο, γδαρμένο και ματωμένο διακομιστή και του σκάει μια προπετή μούντζα κατάμουτρα, ως αμοιβή και ταμείο των ηρωικών αυτοσυντηρητικών προσπαθειών του.

Πάω σπίτι μου κι ανοίγω την τηλεόραση – όχι ώστε ειδήσεις να δω, αλλά για να μελετήσω εμβριθώς τις επαναστατικές μπροσσούρες των απλήρωτων εργαζομένων τού ALTER. Να φτιάξω συκώτι με τις ιερεμιάδες τού Μπάμπη Απαπαναγιώτου, να δω ποιά μάγουλα τράβηξε πάλι η Τρέμει και να λύσω το αιώνιό μου μυστήριο, πώς γίνεται η γενειάδα τού Τσίτα να ‘ναι άσπρη και μαύρα εκεινού τα μαλλιά. (Το STAR δεν το βλέπω. Το γράφω στο video προσεκτικά και το αναλύω μετά εξονυχιστικά στο esoteric σεμινάριο που διδάσκω, όπου μου κάνουν την τιμή προσεκτικά να με παρακολουθούν στελέχια και πράκτορες από διάφορες χώρες τού κόσμου – άντε, πάλι πολλά σάς είπα παλιόπαιδα και θα βρω τον μπελά μου για πάρτη σας κιόλας.)
Παίζει λοιπόν το κουτί ένα βιντεάκι από μιαν-ακόμη ληστεία, σε ένα ελληνικό βενζινάδικο. Και η ληστεία αυτή – καταγεγραμμένη από την κάμερα «ασφαλείας» (sic) – δεν είναι ένα-ακόμη αστείο, κωλοπαιδίστικο και χαβαλεδιάρικο βιντεάκι των «Αρβύλα» ή των προγόνων τους, των «Αμάν». Στην ολοζώντανη, ματωμένη και ημιφονική, βίαιη και τρομακτική ταινιούλα των σαράντα δευτερολέπτων παρατηρώ ολοκάθαρα δύο κουκκουλοφόρους να μπουκάρουνε στο ταμείο τού πρατήριου, να κραδαίνουν ένα πιστόλι και ένα μαχαίρι και να επιτίθενται ξαφνικά και δυνατά στον δύστυχο τον βενζινοπώλη. Τον μεροκαματιάρη κι ανυπεράσπιστο, τον τριτοκοσμικό και ανίδεο, τον ξενυχτισμένο κι απλήρωτο, τον παχύσαρκο και άοπλο φυσικά. Του επιτίθενται κι ασχολούνται να τον τρομοκρατούν και να τον μαχαιρώνουνε, να τον κόβουνε και να τον κοπανάνε επί παράλογα πολύ χρόνο λες και μαζί του είχανε προηγούμενα, λες κι ο μετανάστης αρνήθηκε να τους δώσει ό,τι ζητούσαν, λες κι ο παράνομος εργαζόμενος τούς τσαμπουκαλεύτηκε ενθυμούμενος και προβάροντας δάνειες τεχνικές από Στήβεν Σηγκάλ, Μάικ Τάισον και Μπρους Λη ταυτοχρόνως.
Τον πετσόκοψαν τα καθάρματα άδικα, παράλογα, σχεδόν φονικά κι εκείνος ο δύστυχος τούς παρακαλούσε, ούτε καν αμυνόταν. Προσπαθούσε μόνο ν’ αυτοπροστατευτεί, τους εκλιπαρούσε να του χαρίσουνε την ζωή κι εκείνοι είχαν κανονικά διονυσιαστεί – πώς τρελλαίνουνε οι ύαινες η μία την άλλη με την θέα τού αναβλύζοντος αίματος; (Εμ βρε κακόμοιροι, δεν είναι εκεί έξω η ζωή, ντοκυμανταίρ τού Νational Geographic!) Είχαν λησμονήσει οι φονιάδες τον λόγο για τον οποίοι μπουκάρανε κι είχαν βαλθεί να κομματιάσουν το πακιστάνι – ε στο τέλος κουραστήκανε, ανοίξανε το ταμείο κι αρπάξανε ό,τι βρήκανε, σηκωθήκαν και φύγαν.

Where’s my point and THE catch? Οι εγκληματίες ήτανε έτοιμοι, ενώ ο υπάλληλος όχι. Οι επιτιθέμενοι ήταν αποφασισμένοι και πρόθυμοι, ενώ ο «αμυνόμενος» ήταν απροετοίμαστος και αμέριμνος. Οι άλλοι θέλαν και επιβάλανε κάτι με την λεπίδα και τον τσαμπουκά και εκείνος υπέκυψε, δέχτηκε τον δικό τους τον νόμο. Μη όντας εκπαιδευμένος ή ικανός, καν θυμωμένος ή διαμαρτυρόμενος, τουλάχιστον ζωωδώς πράττων και αυτοσυντηρητικώς ενεργών, έκατσε και λούστηκε δυστυχώς ΟΛΗ την ΒΙΑ που του εξάσκησαν αδικαιολόγητα και απρόκλητα κάποιοι άλλοι. «And he put his life down the line» – και το δηλώ αγγλιστί γιατί μόνον έτσι παίρνει το ξεχωριστό της το βάρος η φράση – προκειμένου στιγμιαία ν’ απαλλαγεί να γλιτώσει, όλα να τα δώσει αυτός μπας και σωθεί, λες κι αν μου/σου/του κάτσει η στραβή, η ζωή μου/σου/του θα εξαρτηθεί απ’ το πόσο κοττούλα θα είμαι/θα είσαι/θα είναι.
Κι αν το αίμα δεν σας έφτασε εσάς, πάμε τώρα και στο αληθινό «First blood», (πού είσαι ρε γίγαντα John Rambo να πάρεις μαθήματα). Στο τραπέζι τής κουζίνας μου πάνω καμαρώνει ο λογαριασμός τής ΔΕΗ, ο οποίος λογαριασμός τής ΔΕΗ τούτος δεν είναι – όπως και εσείς ήδη πικρά θα γνωρίζετε – όποιος και όποιος, καθώς φέρει κρυφομπάνικα μέσα στα σπλάχνα του το περιώνυμο, πρόστυχο όσο και δυσβάσταχτο χαράτσι των ακινήτων. Αποφάσισε κάποιος έλληνας «Πάγκαλος» πώς έτσι θα εξευμενίσει τις διεθνείς «Αγορές» και θα ξεχρεώσει η Ελλαδίτσα τις μίζες τού Τσοχατζόπουλου (μόνον αυτός πήρε;), του Τσουκάτου το εκατομμύριο (μόνον αυτός στο κόμμα το έδωσε;) και μαχαίρωσε βίαια και απρόκλητα, άδικα και παράλογα το σύνολον τής Ελληνικής Ιδιοκτησίας. Και με ποιά λογική; «Δεν μπορώ να τα πάρω απ’ αυτούς που με κρατούν να σας κυβερνάω, γι’ αυτό θα τα πάρω από αυτούς που δεν με κυβερνούν για να τους κρατάω». Και έσπευσε – κατά εξωνημένη ανακοίνωση εκ χαζοκουτίου – το 85% τού περήφανου και αδούλωτου ελληνικού λαού να πληρώσει τον ευρωπαιοθωμανικό τούτον φετφά μη και μείνει ο μπάσταρδος χωρίς φραντζολάκι, μη και μείνει η μπέμπα χωρίς ζεστό μπιμπερό. Μη και κρυώσει ο πρωκτός τής γριάς και δεν ψήσει το καφφεδάκι στην άμμο ο γέρος.

Το γυρίζω. Αν δέχεσαι όποια βία απ’ όπου κι αν αυτή έρχεται, αν αποδέχεσαι όποια κίνηση – καθαρά επιθετική – από οποιονδήποτε η οποία στρέφεται καθαρά, αναίτια και προκλητικά έως φονικά κατά σού ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ, τότε άξιος τής όποιας μοίρας σου είσαι. Γιατί η μοίρα δεν είναι το κισμέτ, το γραφτό ή το απλώς πεπρωμένο, αυτό το οθωμανικό «σφάξε με πασά μου ν’ αγιάσω», εκείνο το χριστιανικό «γύρνα και τ’ άλλο μάγουλο ταπεινέ» ή το άλλο χιτλερικό «εμείς είμαστε υπέρ της συλλογικής ευθύνης». Στην πρώτη περίπτωση το Δοβλέτι κατέρρευσε απ’ την πολλή μαλθακότητα και μωαμεθανική ανεκτικότητα, στην δεύτερη περίπτωση η Εκκλησία επικράτησε απ’ την πολλή υπαρξιακή ανασφάλεια και εγγενή ανθρώπινη δεισιδαιμονία, στην τρίτη περίπτωση δε ήρθε η Κάνδανος και το Δίστομο και το κλείσανε άπαξ και δια παντός το πικρό τούτο βιβλίο. Αν το μόνο που παλεύεις να κάνεις είναι να προσπαθείς να σταματήσεις ετούτο που καταπάνω σου έρχεται, μου θυμίζεις μια πολύ αστεία, ηλίθια αλλά κι εντελώς διδακτική ιστορία σε ένα σεμινάριο Aikido όπου ήμουν παρών. Ομιλεί ο έξι dan Άγγλος Δάσκαλος – και χασάπης τω επάγγελμα παρακαλώ – για το ki τού Αikido, πόσο δυνατό κι ανεξέλεγκτο είναι, πόσο απαλό και ελέγξιμο είναι. Πόσο αποτελεσματικό αν αναπτυχθεί και πόσο σπαταλημένο καταντά αν σκορπιστεί, ή αδιαφορήσει κανείς για αυτό στην ζωή του. Και με δυό ασκησούλες απλές απέδειξε εντυπωσιακότατα των λεγομένων του το αληθές, μην σας κουράζω. Και πετάγεται το τζιμάνι τού dojo μας, το αιώνιο πανέξυπνο ελληνόπουλό μας και το μπασταρδεύει το μάθημα μιλώντας για το δικό του παράδειγμα, δικό του πρόβλημα και προσωπικό χειρισμό του όπου πάλι ξανά μεγαλούργησε, πάλι ο Έλλην αδάμαστος τρόμπας ενίκησε, πάλι ο Ρωμιός μ’ ένα ασήμαντο δανειάκι από την Ασία τούς εχθρούς τούς προσωπικούς και του Έθνους κατετρόπωσε, ανυπερθέτως. Τον άκουσε προσεκτικά-πάντα ο γηραιός Δάσκαλος και έσπευσε μαζί του να συμφωνήσει – θαυμάζοντάς τον επιπλέον για την περιφανή αστοχία του κι άγνοια – συμπληρώνοντας μόνον απλά, χαμογελαστά: «καλό το ki, μην προσπαθήσεις όμως μ’ αυτό να σταματήσεις και κάνα τραίνο, ΟΚ;»!
Το σιδερώνω τώρα. Αυτοί οι όποιοι σού επιτίθενται, πρώτον θέλουν να «κάτσεις». Και δεύτερον, θέλουν την δουλειά τους να κάνουνε πάνω σου. Και τρίτον και απαραίτητον, να βγεις μετά να μιλήσεις και να μιλάς συνεχώς για το τί σου κάνανε, τί σου δείξανε, τί σου μπήξανε και πώς παρ’ ολίγον στα θυμαράκια να σε φυτρώσουν. Αυτό ακριβώς θέλουν να κάνεις εσύ: να μιλάς, να μιλάς, να μιλάς. Να συζητάς, να συζητάς, να συζητάς. Και να διαμαρτύρεσαι, να διαμαρτύρεσαι, να διαμαρτύρεσαι – τον δικό τους μύλο ΠΑΝΤΑ γυρίζεις. Άσε δε που ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ πάντα και συνεχώς δουλεύεις κι εργάζεσαι, στηρίζεις και πιάνεσαι, φτιάχνεις ψηφίζεις και αποδέχεσαι ΠΑΝΤΑ. Και τίποτε άλλο δεν έκανες, δεν κάνεις κι ούτε καν πρόκειται να κάνεις μελλοντικά. Γιατί κάθε φορά που δέχεσαι μιαν επίθεση, είτε αυτή είναι του φονιά είτε είναι του έφορα, είτε είναι του παπά είτε είναι του καλαμαρά, είτε είναι του αυθαιρεσά είτε είναι του μπρατσαρά, ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ, απλώς οπισθοχωρείς υπαρξιακά και αυτό εγώ ο Ντάνης ΦΩΤΟΣ σ’ το γράφω. Εγώ που δεν ξέρω καν σήμερα τί μου γίνεται άλλο απ’ το ότι δεν γίνεται τίποτα αν δεν κάνεις αμέσως, εσύ, τώρα, εδώ, κάτι. Κι όλα τα άλλα είναι συμφωνημένα πιασοκωλάδικα πράγματα ελληνικά, το τελευταίο «ΟΧΙ» που η Ελλάδα ξεστόμισε ήταν το 1940 κι έκτοτε όλοι στην Υφήλιο μάθανε ότι η Ελλάδα είναι όχι μόνον η χώρα τού ήλιου και του αραλικιού, της αρπαχτής και του νταηλικιού, της διαφθοράς και της ανομίας αλλά και του υποχωρητικού και ορθάνοιχτου «ΝΑΙ», ναι σε όλα και σ’ όλους, ναι από όλους και για όλα – αρκεί φράγκα να πέφτουνε, εύκολα και υπόγεια, κοροϊδέ και διαπλεγμέ αιωνίως.
Ο ντελιβεράς τής ιστορίας μου σηκώθηκε, πήρε το μαντήλι μου να σταματήσει το αίμα του που ανάβρυζε απ’ τον τρυπημένο του αστράγαλο απ’ το σίδερο τού μαρσπιέ, δεν είχα προλάβει μέσα στην φάση αηδιασμένος-κατάπληκτος να πάρω το νούμερο αυτοκινήτου τής στυγνής ψόφιας. Γυρνώντας στο σπίτι η γυναίκα μου πήρε απαλά το μπουγιουρντί τής ΔΕΗ και το πέταξε μέσ’ στο συρτάρι, αποφάσισε εκείνη να μην το πληρώσει ποτέ και θα δούμε πού και πώς θα περπατήσει και τούτη η ιστορία. Για τον βενζινά δεν έμαθα τίποτα, κάποιοι ειδικευόμενοι ιατροί θα περιέδεσαν τα πολλαπλά τραύματά του και θα τον έστειλαν σπίτι του, το αφεντικό του φτηνά τηνε γλίτωσε, άντε το πολύ να του αγοράσει μιαν ασπιρίνη τώρα που είναι χειμώνας, εν είδει ευχαριστίας. Τί μένει λοιπόν; Μα δεν μένει τίποτα απολύτως! Γιατί άμα έμενε τίποτα στην ζωή, η Ζωή μια χωματερή θα ‘ταν, μόνον εκεί τα πάντα ακινητούν σήπονται, πετάνε από πάνω οι γλάροι και σκάβουνε κάτω οι τσιγγάνοι για σίδερα, βράζει και ζέχνει η γη από μέσα.
Ε, και; Ε, τίποτα. Αν θες ν’ αλλάξεις κάτι, οτιδήποτε, αν δεν θες κάποια στιγμή και εσύ να ΜΗΝ γίνεις του θηρίου βορά, ΚΟΙΤΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ. Κι άλλαξέ τον απλά, φτιάξ’ τον ξανά, δίχως να πεις τίποτα, πουθενά. (Ούτε στον εαυτό σου.) Ένα βήμα κάνε κάθε φορά, έργο σιωπής και λειτουργία ανάσας, πορείας πνοή και ματιών καθαρών βλέμμα. Και μην ξεχνάς το ένα και βασικό: η ζωή δεν είναι τίποτα, γιατί – όπως κάθε πράγμα πάνω και έξω απ’ την Γη – η ζωή δεν είναι δική σου. Μην την υπολογίζεις ως προσωπική σου-ατομική σου λοιπόν, όταν έρχεται ο όποιος άλλος να σου την πάρει. Μόνο διαφύλαξέ την και τίμα την και βάλ’ την απέναντι στην δική του: όχι ενάντια ούτε από κάτω της, μόνο ύψωσέ την και δώσ’ της φωνή, έκρηξη και τιμή, πρέπει ο άλλος ν’ αξίζει η δική του για να σ’ την πάρει. Πάλεψε να σώσεις την Ζωή όχι γιατί την φέρεις εσύ, αλλά γιατί αξίζει η ίδια η ζωή που είναι κοινή σ’ όλους. Κι επειδή – συμπεραίνω εγώ – η ζωή είναι κοινή όλων, γι’ αυτό ουδείς πάνω στην Γη και τον Ουρανό έχει δικαίωμα για πλάκα ή κλοπή, για τσαμπουκά ή δίχως αφορμή, να την αφαιρεί από κάτι, από κάποιον, από οποιονδήποτε. Τέλος.
(Και κάτι ακόμα: quit talking. Ή ελληνιστί, shut the fuck up. And do something. Αυτά.)

Copyright © Ντάνης ΦΩΤΟΣ 2012
Σχόλια 
Γράψε σχόλιο

|